Ποιός παράδεισος περιμένειστην άκρη της μνήμης
που φαντάζεται
ορά το αόρατο
ποιός όρθρος
ποιά λιτανεία καλοκαιριού
θα γίνει για την βροχή
που δεν ήρθε
τόπος ξερός
που τον περπάτησες
με πόδια γυμνά
και τη γέφυρα
κι απέναντι φως ιλαρό
χαράματα κι εσύ να κουβαλάς
πέτρινα περιστατικά
κι αρματωμένα βράχια
ν΄αντισταθείς και ν΄αφοπλίσεις
τον άρχοντα του φεγγαριού
μη τύχει και παραδοθείς
και συνθηκολογήσεις
ψυχή μου εσύ
που έργο ποίησες
και την αγάπη ντύθηκες
στον Προμηθέα πίστευες
και τις φωτιές φυλάκιζες
τώρα μεθάς
με τις σταγόνες
απ' ένα σύννεφο
που κομματιάστηκε
...για σένα μόνο.