Το (λ) λάμδα των (λ)έξεων


Ανερμάτιστες επιθυμίες
καρφωμένες σε τοίχους
σε βωμούς,
σε φύλλα που λάμπουν σταγόνες
ημερών που δεν θα ’ρθουν,
μόλις χθες βράδυ
διαμελίστηκαν ανατροπές
κάτω απ’ το βλέμμα του φεγγαριού.
Υποταγμένα προσχήματα
έκλαψαν την βεβαιότητα
ενός ακόμα θανάτου
στης σελήνης τα κλειστά βλέφαρα.

Κανείς δεν είδε
Κανείς δεν αναζήτησε την αβεβαιότητα
που σεργιανούσε αμέριμνη
σε απρόσιτους δρόμους
με αδιέξοδους συνειρμούς
ψιθυρίζοντας το (λ) -λάμδα- της πρόσκ(λ)ησης
της πρόκ(λ)ησης
ριγώντας την απε(λ)πισία
(λ)υγμών που έ(λ)ηξαν
με ακατάληπτους στίχους.

Κι όμως, υπήρξαν ποιητές
που αφουγκράστηκαν την απλότητα.
Σώπασαν
πριν την μεγάλη εξέγερση
αφήνοντας (λ)έξεις
στις φερτές η(λ)ιακές καταιγίδες
μήπως και βρέξουν
το Πλατωνικό σύνολο… του μέλλοντος.

Σε θέλω πλάι μου (Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος - Σοφία Στρέζου)


Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος

Σε θέλω πλάι μου
να μοιραστούμε μια χούφτα ήλιο
που ξέμεινε στην τσέπη μου.
Να τον μοιράσουμε σπυρί-σπυρί
εκεί που απαγκιάζουν οι άστεγοι
και τ’ αδέσποτα ζωντανά.

Σε θέλω πλάι μου
να κλείσουμε τις πόρτες του βοριά
έστω για ένα βράδυ
στα διάκενα των καγκελόφραχτων υπόστεγων.

Σε θέλω πλάι μου
τώρα που σε κάθε γωνιά μαζεύουν το χρυσό
και αύριο θα σε “τινάζουνε” ως ύποπτο.
Να μαρτυρήσεις
πως μέσα απ’ όλα τα αγαθά που μου λεηλάτησαν
εγώ κατάφερα να γλυτώσω
μια χούφτα ήλιο.


Σοφία Στρέζου

Σε θέλω πλάι μου
να μοιραστούμε μια χούφτα άμμο
που γαλήνια ξέμεινε στην κλεψύδρα του χρόνου
για να την μοιραστούμε στην αφή του αιώνα
εκεί που κολλάει στο δέρμα
η επιτύμβια στήλη του θανάτου μας.

Σε θέλω πλάι μου
μ’ όλες τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά
έστω για μια μέρα μόνο
για να φορέσει ο ήλιος το δαχτυλίδι
σε σώματα που θυμούνται το πολύ της αγάπης.

Σε θέλω πλάι μου
τώρα που όλοι θα χτίζουν τα κάστρα της απομόνωσης
εμείς θα σκορπίζουμε την άμμο
στις ακτές της γενναιοδωρίας.
Να μαρτυρήσεις
πως μέσα απ’ όλα εκείνα που βάναυσα και ληστρικά άρπαξαν
εμείς καταφέραμε να κρατήσουμε μια χούφτα άμμο
για να οικοδομήσουμε το μέλλον
διατηρώντας νωπή την ανάμνηση της ευσπλαχνίας.

Αχειροποίητα τα λόγια


Νάναι άραγε Αχειροποίητα τα λόγια
που συνόδεψαν τις θνητές σκέψεις
στα παρένθετα μονοπάτια της ποίησης;
Δακρυσμένα γράμματα στη σειρά
δραπετεύουν σε σελίδες άγρυπνες
υμνώντας ανέγγιχτα σκοτάδια
και μελαγχολικά δειλινά,
απενοχοποιημένα
γράφουν αναδυόμενους χρωματισμούς
στην υπερβατικότητα του ονείρου.

Ξέρω, πως δεν μίλησα τότε
όχι πως τώρα μπορώ
αδυνατώ,
μόνον τα μάτια μπορούν
να μιλούν στον θόρυβο
που προκαλεί η μνήμη,
με τις αισθήσεις
να σαγηνεύουν την ανάμνηση
και να την γράφουν στο χρόνο
σαν δακρύζει το απόσταγμα
από το άρωμα της φυγής σου.

Αχειροποίητα τα λόγια
ξέφυγαν θαρρείς από τη σκέπη τ’ ουρανού
βάφοντας άχραντα ηλιοβασιλέματα
στα περιγράμματα
κωδικοποιημένων στεναγμών αναζήτησης.

Κάποιες φορές οι απουσίες έχουν όνομα


Κάποιες φορές οι απουσίες έχουν όνομα
στα περπατημένα περάσματα της νοσταλγίας,
ντύνονται με λέξεις που αγαπήσαμε!
Μαζί ξενυχτίσαμε
χορεύοντας στη σιωπή των κρίνων
στο άρωμα ανθισμένου νυχτολούλουδου
που μεθούσε στη σιγαλιά
ενός φεγγαριού διπλωμένου στα δυο.

Μαζεμένα τ’ αστέρια
στην δεξιά άκρη τ’ ουρανού
εισχωρούν από το ανοιχτό παράθυρο
ραίνοντας φως σε ωχρά φαντάσματα
με αγγίγματα που έγιναν μνήμη
στην ξύλινη κουπαστή του ονείρου.

Τώρα μονάχη κι έρημη
η απελπισία ψάχνει,
παραφρονεί, τρελαίνεται,
αποκωδικοποιώντας κατάγματα συναισθημάτων.
Ονοματίστηκαν σαν μπήκαν στον γύψο
στις απαγορευμένες λάμψεις θραυσμάτων
μέσα στα μάτια τους.

Εμπρησμοί Κενταύρων


Πάλι χθες βράδυ είδα τους Κένταυρους
με φλεγόμενα πουκάμισα
να βάζουν φωτιά στα όνειρα αθώων,
νομίζοντας πως είναι θεοί
να ασελγούν άθεα
στις μεγάλες απελπισίες και τις μικρές προσδοκίες
εκείνων που κάθε νύχτα
η θλίψη θερίζει τη χαρά της αναμονής
μιας καινούργιας μέρας.

Πώς να υφανθούν και που το υφάδι
για να υφάνουμε εκείνο που ξηλώθηκε
με φανατισμούς που καίνε
την αδιαφορία στις στάχτες
και μια θλίψη άσπιλη
στη πύλη της κόλασης;

Φυγόκεντροι αντίλαλοι ηχούν
τους καλπασμούς των εμπρηστών ονείρων
με τη σελήνη να μισεί
τους Κένταυρους
και να θρηνεί
τους ονειροπόλους…

Το δεξί σου πλευρό (Μίνα Παπανικολάου – Σοφία Στρέζου)


Μίνα Παπανικολάου
Το δεξί σου πλευρό με αποκόπτει αιμάτινα.
Σε λίγο,
άλλες φωνές θα μυρώνουν το στίχο σου
κι άλλες μορφές θα πλουτίζουν τη φαρέτρα της ποίησης.

Αφουγκράσου ,
μα στη λύπη σου μην αφήσεις να δουν
το είδωλό μου στα μάτια σου.


Σοφία Στρέζου
Στο δεξί σου πλευρό (ανα)γεννάται
το άλλο μισό μου
η σκέψη γίνεται στίχος
ενέχυρο στην απουσία
για ν’ ανάβει σβησμένο αστέρι
στα αδιάβατα πέλαγα της ποίησης.

Επινοείς…
μα στη λάμψη σου μην αφήσεις να δουν
μια σελήνη να κλαίει στα μάτια μου.

Εκεχειρία


Μιλημένη σιωπή
στην ακρώρεια των ψιθύρων,
φιλούν τα χείλη
την άρνηση του χρόνου
μήπως κι εξιλεωθούν οι καταφάσεις
οι συνειρμοί των ανεπίδοτων παραπόνων
που βουλιάζουν σε μάτια υγρά
στου φιλιού τα κλειστά βλέφαρα
με απλωμένα τα χέρια.

Άλλη μια εκεχειρία,
αμνηστεύει την απουσία
συνθηκολογεί με την παρουσία
στις προεκτάσεις των παύσεων
στα ενδεχόμενα που στένεψαν φόβους
για να χωρούν επιθυμίες
και ν’ αδειάζουν πόνοι
σε μελλοντικές υποθήκες.

Θα ’ρθει καιρός μου ’χες πει:
«θα ενταφιασθεί το σκοτάδι
στης αυγής την ανάληψη».
Πόσο ήθελα να σε πιστεύω τότε,
να κρεμώ το ξημέρωμα στην πόρτα
και με σχοινί την πρώτη ακτίνα
να εξημερώνω
την ασάλευτη δίνη της αγωνίας… για αύριο.

Μετανάστευση του ανεκπλήρωτου


Καθίσαμε αντικριστά,
είχαμε τόσα να πούμε…
Δεν μιλάγαμε,
μόνον τσουγκρίσαμε αθόρυβα
τα ποτήρια των αναστεναγμών
κι ύστερα άπλωσες τα χέρια
για ν’ αγγίξεις με λατρεία τα δάχτυλα
που τύλιξαν πριν με την αφή
τη συγνώμη της απουσίας.

Γδαρμένα τα πρόσωπα,
ακόμα αιμορραγούν στα χείλη
τα σημάδια τα ανέφικτου,
κυριαρχούν στο στόμα, στα μάτια
στο σβησμένο λακκάκι του γέλιου σου
στο αμετάθετο της φυγής σου.

Είσαι εσύ κι εγώ
που μια στιγμή
τυλιχθήκαμε με τ’ όνειρο
υψιπετώντας στο θανάσιμο κόκκινο.
Μια επιθυμία μικρή, βασανιστική
στην αφθαρσία του χρόνου
εισχωρεί στη θλίψη
γητεύει την αναμονή, το παράπονο
σε άδειες μέρες
επουλώνοντας πληγές ανοιχτές
κι ανεξίτηλους πόνους
στη μετανάστευση του ανεκπλήρωτου.

Κόκκινη θάλασσα


Κι όταν με ρώτησες, αν έμαθα να κολυμπώ;
Ξαφνιάστηκες όταν είπα:
«Τα δάκρυα, η θάλασσα του ναυαγισμού μου»,
εκεί πρώτη φορά τα χέρια μου άνοιξα
επιδιώκοντας να επιπλεύσω,
να μη χαθώ στους βυθούς των βλεμμάτων
με καταδύσεις στα άγνωστα νερά της ψυχής σου.

Ανταριασμένος ο καιρός
με κύματα τρικυμισμένα στα λιμάνια της υπομονής
κι εσύ εκεί – όρθιος - να γεύεσαι
την παλίρροια των στεναγμών
την αλμύρα στα μάτια
επινοώντας την ανυπαρξία.

Ίσα να δαμαστεί η απελπισία
είχα πνιγεί
σε μια κόκκινη θάλασσα
πνιγμένη στη λαχτάρα του… «Σε θέλω».

Πορφυρά αγγίγματα


Η απουσία έχει τη γεύση
της τελευταίας συνάντησης
με το όνειρο,
μυρίζεις το ανύποπτο άρωμα
μιας σκοτεινής θάλασσας
ξοδεύοντας τις ώρες
για να σώσεις και να σωθείς απ’ τη μνήμη
τότε που καταφεύγεις
στα ησυχαστήρια της ψυχής
κοινωνώντας ανάμνηση.

Σπαταλημένος ο χρόνος, άδοξα
ματώνει κάθε που φεύγει ανύποπτα
δαγκώνοντας άλλη μια φορά
της καρδιάς το απόθεμα
των ανεύρετων συναντήσεων
στα κλειστά παράθυρα της απομόνωσης
που μόνο μύριζαν στα σκοτεινά
τη δική σου παρουσία
σκαρφαλωμένη στ’ όνειρο
και μια τυφλή υποταγή
στο κόκκινο του πάθους.

Οι ανάσες
προτίμησαν την εθελούσια έξοδο
από την καταδίκη των δακρύων,
δεν αξιώθηκαν
την κατάλυση πορφυρών αγγιγμάτων.

Απο-ιχνογραφία


*** Στη Μαίη Σεβαστοπούλου

Πήρα την παγωμένη νοσταλγία
και την έβαλα να λιώσει γλυκά
σ΄ ένα φλιτζάνι τσαγιού ανάμνησης
να σου προσφέρω λίγη από την μνήμη,
δεν αντέχει να στέκει ακίνητη
με γυψωμένα κατάγματα ονείρων
λίθινων χρόνων
που αναμάρτητα έφυγαν
διαφυλάττοντας θύμησες κι αποστάγματα ερώτων
στις συμπυκνωμένες γραμμές της αναχώρησης.

Υποχωρώ δεν σημαίνει απαραίτητα παραιτούμαι …
Σημαίνει πως δίνω χώρο σε καινούργιες ανάσες
παραχωρώντας την δική μου
που αυτόκλητα οπισθοχωρεί .

Με επιχείλια αντίο κερνάω σιωπή
στη βασιλεύουσα του πόνου,
στην αθέατη ιχνογραφία της λύπης
απο-ιχνογραφώντας απόστρατους ίσκιους.

Το ταξίδι του Οδυσσέα


Το ταξίδι ήταν το όνειρο
στις τεκτονικές πλάκες της μνήμης
εκεί που πάντα ήθελε
να ανακαλύψει την ταυτότητα του νερού
στα δυο δάκρυα
που από μάτια έτρεχαν,
την αγάπη που άδολη υψιπετεί
στα κοιμητήρια της θλίψης
εκεί που προσκυνούνται
πρόσωπα περασμένα και πόνοι μυστικοί
στης απραξίας το χάδι
στους άφωνους διαλόγους.

Αναζητά να ξανακούσει φωνή σχεδόν λησμονημένη
«Είσαι καλά;»
Πάει τόσος καιρός από τότε
κι η πεθυμιά ανεξήγητα στριφογυρνά
σε εικόνες, σε ήχους ακριβούς
στα σκαλοπάτια
που τρίζουν… την απουσία.

Άνθρωποι …


Γράψε στον άνεμο
για ’κείνα που κρατήθηκαν όρθια
όταν όλα είχαν καταρρεύσει.
Ετοιμόρροποι δισταγμοί και «πρέπει»
σείστηκαν από παράλληλα «θέλω»
ματώνοντας φόβους
για να γεννηθεί ξανά η ελπίδα
στους τοίχους της άγνοιας,
κι απ’ την αρχή να χτιστεί με την καρδιά
το οικοδόμημα της πίστης στον άνθρωπο.

Τώρα όλοι θα μάθουν ν’ αγαπούν
τον πηλό και την πέτρα
θυσιάζοντας στα θεμέλια
όνειρα ναυαγισμένα και νοσταλγία πνιγμένη
στον αφρό της ματαιοδοξίας
στα άνυδρα τοπία μιας πνευματικής ξηρασίας
όταν φωνές σαστισμένες
λίγο πριν την κατάρρευση της απληστίας
στις αποκοιμισμένες ονειρώξεις
θα μιλούν για αποτίναξη των δεσμοφυλάκων.

Με καινούργια φτερά θα επιχειρήσουν θαρραλέα
επικίνδυνες πτήσεις στο μέλλον
καταρρίπτοντας
την ρητορική ανιστόρητων ρητόρων
βροντοφωνάζοντας:
«Όχι άλλη ταπείνωση»
εξουσιαστές, ρήτορες, δεσμοφύλακες.
«Όχι άλλη θλίψη»
κλέφτες, ψεύτες, δικαστές,
φοροεισπράκτορες ονείρων.

Φτάνει η ώρα που θα λυτρωθούν οι ψυχές
με όμορφες πτήσεις στον άνεμο …

Συλλέκτης του χρόνου


Σταματημένα τα ρολόγια στο «πριν»
στην ανάμνηση ενός ακόμα θανάτου
στο ακαθόριστο μεταίχμιο του χρόνου
αδυνατούν να προσεγγίσουν
την αντικειμενικότητα της απώλειας
υπερβαίνοντας το «μετά».

Συλλέγουν θύμησες
σε αιωρούμενο σύμπαν
αναζητώντας δυο κόκκους σκόνης
που περιφρόνησαν το σκοτάδι
κι έμειναν ξάγρυπνοι
να φυλάνε το φως
με ασχημάτιστα σχήματα
σχηματοποιώντας με ανάσες
σώματα και ψυχές
που μεταλλάχθηκαν
σε δυο αιμοστάλαχτους κόκκους ροδιού
στα αζήτητα της αιωνιότητας
μιας περιπλανώμενης μνήμης
με την ελπίδα πως κάποτε
θα βρεθεί ο συλλέκτης του χρόνου
να καταγράψει τη μετάλλαξη
στο βιβλίο που ρέει την ανωνυμία
καταργώντας οριστικά τη λήθη του χρόνου
με αποτυπωμένο τίτλο,

«Υπάρχουν στο άπειρο»…

Άκουσε…


Συνωστιζόσουν
σε ποιητικές διαδρομές
με άτακτες λέξεις,
συρρικνωνόσουν
στ’ αποδυτήρια φωνηέντων
δοκιμάζοντας σύμφωνα
για να πλεύσουν σε γραμμές άγονες
μη τύχει και συναντήσουν οργισμένα κύματα
που αθώωναν την παράσταση
ενός προμελετημένου τέλους
στους καθεδρικούς ναούς της λύπης.

Πόσος χρόνος ακόμα χρειάζεται
για να διαγράψεις
αυτό που έγραψες
σε ανύποπτες στιγμές παράκρουσης
χτυπώντας με δύναμη
τα πλήκτρα της θλίψης
εξοφλώντας αντίτιμα απόγνωσης ;

Ίσκιωσε,
μέρεψε την τόση απελπισία,
έχει κι η θάλασσα τη μουσική της.
Άκουσε …

Οργισμένο ποτάμι


Το ποτάμι οργισμένο κυλάει
παρασύροντας στην ροή του
ότι βρίσκει στον ρου
κι ούτε ένα φράγμα
ν’ ανακάμψει την οργή
νερού ακυβέρνητου
που το μόνο που ψάχνει
είναι η γαλήνη της θάλασσας.

Εκεί θ’ αφήσει το μένος
εκεί θα παραδώσει
το παρελθόν και το μέλλον
αφυπνίζοντας ιστορικές μνήμες.

Αδέξια διαχειρίστηκαν εξουσιαστές
την ορμή συσσωρευμένης έντασης
κι ούτε μια παραίτηση
στις μεγαλόσχημες υπερβάσεις
που πνίγηκαν μόλις σε λίγες στάλες
… ευυπόληπτης εξουσίας.

Μέρες σιωπής


Θα μιλήσουν οι μέρες για τις σιωπές
θα μιλήσουν οι σιωπές
για τις κραυγές των ανειρήνευτων σπασμών
στα προσκεφάλια της θλίψης.

Μη προσπαθήσεις να ξυπνήσεις το όνειρο
που σκεπάζει τη μελαγχολία,
είναι προτιμότερη
από την ταπείνωση καιρών κρεμασμένων
στα ημερολόγια της απελπισίας.

Ήρθε η ώρα που η σκέψη αφουγκράζεται μνήμες
κι ιχνηλατεί ανεκπλήρωτες υποσχέσεις
στις χαραγμένες πέτρες της απόγνωσης
ματαιοπονώντας για ένα μέλλον αβέβαιο
στις κερκίδες του ψεύδους
στα παράθυρα της υποταγής.

Πόσο πλαστά, ψεύτικα, παρέδωσαν ελπίδα
σε ’κείνους που αναζητούσαν
το άλλοθι μιας ευτυχίας
με μέτρα και σταθμά που άλλοι έβαζαν
στους άθλιους ημερών απροσπέλαστων
με βάναυσα προσπελάσιμους όρους.

Αετόπουλα


Θα ξυπνήσεις μια μέρα
και θα δεις (αν δεν τα έχεις ήδη δει)
αετόπουλα στο δρόμο
με προδομένη περηφάνια
να ψάχνουν ψίχουλα
σκίζοντας πλαστικές σακούλες
σε βρώμικους κάδους
ντυμένα αδιέξοδα
που άλλοι τους φόρεσαν
επιδιώκοντας τον αφανισμό τους.

Άνεμοι τότε θ’ ανοίξουν φτερά
για ξένες πατρίδες ελπίδας
αποτυπώνοντας την απουσία
στην καρδιά εκείνων που επιμένουν
να κρατούν την ανάμνηση αετόπουλων
που μακριά πέταξαν
επιθυμώντας να επιβιώσει το όνειρο
από την λαίλαπα των καιρών.

Δεν είναι που θέλησαν το ταξίδι
είναι που εξαναγκάστηκαν
σε ποντοπόρες πτήσεις λίθινων χρόνων …

Α-κινησία


Ταξίδια σε στίχους
με άυλες λέξεις τραβούν στιγμές
για εκείνα που στο φως έζησαν
αιμορραγώντας λύπη
από φλέβες ανοιχτές
για να χρωματίζουν το κόκκινο
σε κείνα που πίσω τους άφησαν
στο γυμνό της μνήμης.

Νύχτα είπες θα ντυθείς χρώματα
στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
για να χορέψεις εκεί
την αυταπάτη διάφανων λυγμών
ρευστοποιώντας δάκρυα
πάνω σε ψεύτικες κτήσεις
ίσκιων που πλάνεψαν
την αράγιστη ως τότε μοναξιά
λίθινου χρόνου
προσπαθώντας με δυσκολία
να ερμηνεύσεις τ’ απολιθώματα
των ελάχιστων αγγιγμάτων
στα μάτια σου.

Δεν έφταιξαν τα είδωλα
που πίστεψαν
πως κατοικούν μέσα στην πέτρα
αφού δεν βρέθηκε σμίλη να σμιλέψει
το αδιάψευστο της α-κινησίας.

Αποταμιεύσεις – εκταμιεύσεις (συναισθημάτων)


Υπήρχε εποχή
που αποταμίευες συναισθήματα
σε χτύπους καρδιάς
και σιωπές
σε θηκάρια ψυχής
για εκταμιεύσεις
σε καιρούς άνυδρους.

Ήρθαν αιμόφυρτοι χρόνοι
σε δρόμους και πλατείες,
στης αγρύπνιας τα πεζοδρόμια
αναζητούνται τιμητές
για να ξεφωνίσουν την αδικία
αποκαθηλώνοντας
παγιωμένες πεποιθήσεις
ως να διασπασθεί το μίσος
στα στρατόπεδα της θλίψης.

Θα είσαι εκεί;
Θα μείνεις; Θα φύγεις;
Ή μήπως θα ενώσεις την φωνή
μαζί με άλλες κραυγές απόγνωσης
χαρίζοντας τ’ αποθέματα που κουβαλάς
επιδιώκοντας
το αμετάβλητο να γίνει μεταβλητό
για να αποτραπεί
ο λιθοβολισμός του φόβου
που κρατά ζωντανή την ανάμνηση.

Δεν υπάρχουν πια σωτήρες
να σώσουν την αγωνία
ξεκρέμαστων υποσχέσεων,
παρά μόνον μια αιχμάλωτη άνοιξη
από τον χειμώνα που έρχεται
κι αργεί ακόμα πολύ για να φύγει…