Ξερίζωμα λέξεων

Πάει αυτό ήταν,
ξερίζωσα τις τελευταίες μου λέξεις
για σένα μόνο να μιλώ
άφησα τα σύμφωνα
τα φωνήεντα
να περιπλανηθούν
στα άστεγα όνειρά σου
μήπως και σε βρουν
μάταια,
εσύ όπως πάντα απών
στο δικό μου προσδοκώμενο
στις άκαρπες υποσχέσεις
εκείνες που μια νύχτα ζεστή
στο αίμα βούτηξες.

Τα βαμμένα σου χέρια
ψηλά σήκωσες
νομίζοντας
πως έτσι ανατάσσεται η ψυχή
στο εσαεί
μιας διάρκειας
που όμως εσύ πρόσθεσες
συγκεκριμένη ημερομηνία λήξεως...

Στάχτη στον άνεμο (Σοφία Στρέζου-Αναστασία Τσόχα)

Α.Τ. Ό,τι μας πόνεσε
"στάχτη στον άνεμο" ...
Σ.Σ. Έμεινα να κρατώ τις στάχτες
στις μαυρισμένες μου χούφτες
δεν ήθελα να τις πάρει ο άνεμος
φοβόμουν
πως μαζί μ' αυτές
θα χανόσουν κι εσύ
ζωή μου...
Α.Τ. Άφησα τις στάχτες
να τις πάρει ο άνεμος
εκεί που η νύχτα εξατμίζεται
στ' αστέρια
Μη σκοτεινιάσουν
πριν γεννηθούν τα χρώματα της αυγής
μέσα τους
βαφτισμένο
να σε δω
ανέγγιχτη στιγμή μου ...
Σ.Σ. Ανέγγιχτα σε προσπέρασα
βαφτίζοντας στιγμές
στο χρώμα τ' ουρανού
την ώρα που το δείλι ξεψυχούσε
πέφτοντας σε βαθιά θάλασσα
πορτοκαλί χρυσό
το πήρα
τόκανα ανάμνηση
ύστερα τόγραψα
στο τέλος το ζωγράφισα
με πινέλα
τα ίδια μου τα δάχτυλα
εκείνα που κάηκαν
κρατώντας τη στάχτη
που άφησα για λίγο
να την πάρει ο άνεμος...
Α.Τ. Ανάμνηση σε ονόμασα
Κουκκίδα στον χάρτη
του άπειρου χρόνου
Μόνο
τα δάχτυλα που σφίχτηκαν
ιχνογραφώντας στις παλάμες
τις φρέσκες πληγές
της ψυχής
μαρτυρούσαν
πως
πάντα θα ανιχνεύω το άπειρό σου
Με τη φωτιά να καίει
τις εύθραυστες βεβαιότητες
της λήθης
κι οι στάχτες
να μετατοπίζουν στο απροσδόκητο
την ελπίδα ...
Σ.Σ. Ελπίδα κρυφή σε ονόμαζα
σε στενό ερωτικό πέρασμα
με θλιβερό και πένθιμο βηματισμό
προσπέρναγα
την μυστική κουκκίδα
που ζωγράφιζα ως ταίρι
στη γεωγραφία μιας οφειλής ανεξόφλητης
στη δίοδο
που άνοιξα για να περάσεις
φέρνοντας φως
κι εγώ σκιά, στερνή σκιά
στο βυθό των δικών σου στεναγμών
πάλι απόψε η εκπνοή σου
σταγόνα σε ήλιο ανατέλλοντα
θα με βρει ακουμπισμένη εκεί
στο ρίγος των ματιών σου...
Α.Τ. Πύρινη σφραγίδα το βλέμμα σου
στης νύχτας το δρασκέλισμα ...
Σκιά γίνομαι ...
λαθραία ανάσα
στην ανάγκη του γρίφου σου
Φωτεινό μετέωρο η αγάπη
χάρτης να αποκρυπτογραφήσω
το αίνιγμά σου ...
Αυτή ...
και κάθε νύχτα ...
Αφήνομαι σπίθα που σιγοκαίει
στη κόχη των δικών σου παλμών ...
Σ.Σ.Το ξέρω πως κάθε νύχτα λαθροβατείς
με δρασκελισμούς βαθείς σε λέξεις
σκιά που το πρωί
ανακαλύπτω τα ίχνη
στο μελάνι των παπουτσιών
αφουγκράζεσαι ανάσες και γρίφους
τα "πως" και τα "γιατί"
που στοιχειώνουν τις νύχτες σου
ζητάς να αποκρυπτογραφήσεις το αίνιγμα
που στοιχειώνει τις μέρες μου.
Μη ζητάς να το λύσεις
ένα με τη φωτιά έγινε
σε λίγο θα σβήσει
κι απόψε πάλι στις χούφτες
θα βάλω την στάχτη
για να την βρεις Εσύ το πρωί
να την σκορπίσεις στον άνεμο...
Α.Τ. Σμιλεμένα αποτυπώματα
σε στίχους σιωπής
στης νύχτας την άμπωτη
που ξεγυμνώνει προσδοκίες ...

Συμπαντικοί αυτόχειρες

Έμαθες να πληγώνεις τις νύχτες
και να πληγώνεσαι από αυτές
με μάτια ορθάνοιχτα
ανακυκλώνοντας εικόνες και σκέψεις
ματώνοντας την ορθότητα του ταξιδιού
στον χάρτη μιας ουτοπικής αναζήτησης.

Ιστίο σου η κλωστή
από την ανέμη που ξετύλιγε
το δικό σου παραμύθι
σε κόσμους ονειρικούς
που και μένα ταξίδεψαν
στην ανυπακοή μιας πυξίδας
σε ναυαγισμένες θάλασσες
στους παράλληλους μεσημβρινούς
στη γεωγραφία της δράσης
που όμως αδρανοποιείται
στη μέση ενός φόβου ανείπωτου
στην εξόρυξη μιας συναισθηματικής διαπλοκής
με το Όριο
με το Χάος,
με το Δέος
του αέναου
στους δακτύλιους
της Ανδρομέδας,
του Σείριου
σε κείνα τα σύμπαντα
της γνωσιολογικής προσέγγισης
της νομοτέλειας
των ήρεμων στιγμών
της απροσμέτρητης
και απροσδόκητης γαλήνης
που εμπεριέχεται
σε σιωπηλές μεταφράσεις
από αρχαίες γλώσσες

Οι ίδιοι αυτόχειρες
στιγμών που θα λύτρωναν
καταδικαστέοι
στην χειρότερη των ποινών
να ζούμε άλαλοι γεγονότα
στο συμπαντικό γίγνεσθαι
μιας κοσμικής λάμψης ...

Ιστό-ς

Ξέρω πως είναι να εγκλωβιστείς
να παγιδευτείς
στον ιστό που μόνος σου έφτιαξες
κρυμμένος πίσω από μουσικές και τραγούδια
για να βρεις την έξοδο
από το παιχνίδι των σκιών
που σε κυνηγούν
νύχτα μέρα.

Δεν μπορείς,
ανορθόγραφα περιπολείς
γράφεις με μαύρο μελάνι
εκείνο το Άλφα
της μεγἀλης Α-πουσίας
εσύ που χρόνια γύρευες
να χορέψεις εκείνο το Πι
της μεγάλης Π-αρουσίας
έγινε ανερμάτιστο έλα
χωρίς Τ-έλος
στο Έ-λος που τώρα βουλιάζεις
τυλιγμένος
σε ομίχλη και σιωπή
ανεμπόδιστου ταξιδιού
στις συνταγμένες μιας ομηρίας
που ηθελημένα σε παρέσυρε
σε ανυπότακτους κύκλους.

Ξέρω θα χαθείς
στη γύμνια
μιας ανελέητης καθημερινότητας
χωρίς μια λέξη
χωρίς μια χειρονομία
από κείνες που φυγαδεύουν
τα όνειρα
σε μακρινούς προορισμούς
υποβασταζόμενος
απ' ότι άκουσες
απ' ότι διάβασες
κι απ ' ότι εγώ τις νύχτες
κρυφά σου τραγούδαγα...

Ι-σημερία


Αλάτι ριγμένο σε ανοιγμένη πληγή
που ο χρόνος δεν λέει να κλείσει
βουλιάζουμε στις μνήμες
στις αναμνήσεις που δεν ήρθαν
στο άχρωμο σιωπηλό σήμερα
στο χθες που έφυγε
στο αύριο που δύσκολα θα φανεί.

Τόσα διανύσματα
ακολούθησα για να σε φτάσω
ήσουν τόσο κοντά...
μα τόσο μακρυά...
χάθηκα ...
στους περιστρεφόμενους κύκλους
δε υπήρχε κλειδί για ν' ανοίξω
οι δρόμοι σβηστήκαν
μαζί με την τελευταία φλόγα
στην λαμπαδηδρομία των επιθυμιών.

'Εσκιζα χαρτάκια
πούχες ακουμπήσει εδώ κι εκεί
τα πέταγα στον άνεμο
τάκανα βροχή στα μάτια σου
κι οι λέξεις έφευγαν
μαζί με τα δάκρυα
φτερούγιζαν
στις ζώνες της άγνοιας
στις ζώνες της αναμονής.

Νομίζεις
πως θα μπορούσα να συγκρατήσω
ένα γαλάζιο
ένα πορτοκαλί
για να φυλακίσω μια ανατολή
που ξέφυγε της νύχτας
κι ήρθε εδώ κοντά
σε ισημερίες πολύπλοκες
σε καπνούς κι ομίχλες;

Στην ανεμόσκαλα κρεμασμένη
μόνο ένα τραγούδι ήθελα να πω
για κείνο το αντίο που στοίχειωνε
τις καρδιές μας
έφτανε για να καούμε αλύπητα
με ανυπόφορο πόνο...

Παγίδευση αισθημάτων

Μνήμη γιορτής πήρες,
την έκανες εικόνα
ζωγραφιά χωρίς χρώμα
οι λέξεις δεν χώραγαν πουθενά
μόνο μια αίσθηση υπαρκτής γαλήνης
δίπλα σε πρόσωπο
που δεν τολμούσες ν' αγγίξεις
η μουσική ταξίδευε στα δάχτυλα
που έγραφαν με σκιές
το πέταγμα στις αισθήσεις
ξοδεύοντας το απόθεμα σε μελάνι
της υπαρκτής σου ανάγκης
ζητώντας να κρατήσεις τη χίμαιρα
σε στιγμές
αγιάζοντάς την μ' ένα ποτήρι κόκκινο κρασί
σε στεγνά χείλη
τόσου χρόνου αναμονής
γράφοντας στους τοίχους
το ξεχείλισμα της δικής σου ψυχής.

Κι ύστερα η συνωμοσία της ώρας
έφερε το άγγιγμα
σε κρεμασμένες συγκινήσεις
στην αφή που αφέθηκε
για να κατοικήσει η προσμονή
μιας ανάλγητης επαφής
σε παράλληλη διαδρομή
μπλέχτηκε η αλήθεια με το όνειρο
που τόσο καιρό φύλαγες
στα μονοπάτια του νου.

Μετά όλα τελείωσαν
η φυγή ήταν η δική σου έξοδος
σε ότι μπόρεσες να ζήσεις
δικαιώνοντας τον παραλογισμό
μιας ουτοπικής αναζήτησης
στη χὠρα των λέξεων...

Μικροί αποχαιρετισμοί

Μικροί αποχαιρετισμοί,
κάποιες φορές δεν τους κατανοείς
τους αισθάνεσαι καθώς συμβαίνουν
βαθιά μέσα σου

αποχαιρετισμός θα πει:
σ' αφήνω
να ονειρευτείς
να ζήσεις
να ταξιδέψεις
ν' αγαπήσεις

πάντα θα κουβαλάς στάλες συναισθημάτων
ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχω,
στους κύκλους σου θα περιπολώ,
θα ζω με την ανάμνηση
όλων εκείνων που αισθάνθηκα
κι όλα εκείνα που με ανάσα ζεστή
ξεψυχώντας έγραφες

μην επιθυμείς,
μη ρωτήσεις
μη μάθεις ποτέ
πόσο πονάνε οι αποχαιρετισμοί
σε ξεβαμμένα χρώματα σιωπής
νομίζοντας πως δεν έχω τίποτα
εγώ που κράτησα τόσα πολλά
μακρινά μα τόσο κοντινά
έγιναν μυρωδιά σε ρούχο αφόρετο
που δεν ζητάει να φορεθεί
μη τύχει και σβήσει
το άρωμα του ονείρου
που μαζί σου έζησα...

Κράμμα

Γιατί βουτάς το σπαθί
σε κράμμα άγνωστο
ποτέ δεν ξέρεις τι θα βγάλει
κι αν το ατσάλι πυρώνεται
μήπως θαρρείς
πως ποτέ του δεν σπάει
λιώνει σε δυνατό άνεμο
σε φωτιά που ο ουρανός στέλνει
για να κρύβει χαμόγελα
να σκοτεινιαζουν οι σκέψεις
κι οι λογισμοί να σκίζονται
να θέλουν ν' αρματωθούν
πόλεμο να κυρήξουν
στο άγνωστο
που θέλει νάβγει νικητής
πολιορκητής σε κάστρο άπαρτο
στήνει χορό νίκης
ή μήπως ήττας

πάνω στον θυμό
δεν βλέπει την επέλαση
της μοίρας
που δεν εγκρίνει νικητές
μήτε νικημένους...

Aργοναύτης

Δακρυσμένο φεγγάρι ( Στέλιος Κ. - Σοφία Στρέζου)

Σ.Κ. Κάποιες νύχτες το φεγγάρι δακρύζει...
γλιστρά στα κύτταρά μου...
κανείς δεν το βλέπε...ι
μονάχα εγώ νιώθω τις διαδρομές...
που κυλούν πάνω μου...

Σ.Σ. Δακρύζει το φεγγάρι
ενώνεται με τα δικά μου δάκρυα
στάλες που κυλούν
πέφτουν στις χούφτες
στα δίνω να πιεις
να ξεδιψάσεις ενοχές και κρίματα
που άφησα να με τυλίξουν ανένταχτα
από δικούς μου συνειρμούς...

Σ.Κ. Ευτυχώς που το σκοτάδι...
απλώνει τον μανδύα του...
κι αν είναι διάφανα...
δεν τα θωρεί κανείς
αναβλύζουν για τα δικά μας μάτια...
κυλούν στα δικά μας κύτταρα...
μυστικά σαν ψιθυριστές προσευχές...

Σ.Σ. Την ευθραυστικότητα φύλαξα
σε διάφανο βάζο,
δεν με νοιάζει που οι άλλοι θα δουν
μου φτάνει που εσύ
θα μπορείς να τ' αγγίζεις...

Σ.Κ. Φοβάμαι μην μολυνθούν στα θολά μάτια τους...
φοβάμαι μην στεγνώσουν στα άγονα κορμιά τους...
κράτησέ το...
σφραγισμένο μυστικό μονάχα για μας...

Σ.Σ. Μυστικά άλλα δεν μπορώ να φυλάξω...

Σ.Κ. Δες ότι αργεί να φανερωθεί η Ανατολή...

Σ.Σ. Τις προσευχές που συνοδεύουν
λόγια και εικόνες
εκείνα θα κρατήσω κρυφά
μη τύχει κι ακούσουν τους ψιθύρους
στο βαθύ του σκοταδιού

Σ.Κ. Η αυγή κρύβεται...
μας χαρίζει τον χρόνο...
για να χορέψουμε μαζί τους...
άγγελοι ξεκινούν μελωδίες...
για να χαράξουν τις σιωπές των νεκρών...
που επαιτούν δίπλα μας...

Σ.Σ. Τούτη την επαιτεία φοβάμαι
επαίτης κι εγώ
αφουγκράζομαι τον ίσκιο σου
λίγο πριν την αυγή...

Σ.Κ Ατσάλινα τείχη έστησα...
μην δραπετεύσουν απ' τα μνήματα...
μην καπηλευτούν το δικό μας δάκρυ...

Σ.Σ Το δικό μας δάκρυ φυλάσσεται καλά
στα ενυδρεία του ονείρου
την ώρα που οι νεκροί καπηλεύονται τη ζωή μας...

Σ.Κ. Ευτυχώς που δεν έμαθαν να κολυμπούν...
να σκαρφαλώνουν στ' απέραντο γαλάζιο...
δεν έχουν την δύναμη να διαβάσουν τα παραμύθια μας...
να ξεφτίσουν το όραμά μας...

Σ.Σ. Είναι εδώ
ακόμα κολυμπούν στις ψυχές μας
κρύβονται
μα ναι δεν θα αφήσουμε να διαβάσουν
το καινούργιο μας παραμύθι
ν' αδράξουν το νέο μας όραμα...

Σ.Κ. Κι εμείς θα πετάξουμε ψηλά...
συντροφιά με τους γλάρους...
θα χαθούμε πίσω απ' το ουράνιο τόξο...
κι εκεί θα βαφτίσουμε τι λέξεις με χρώματα...

Σ.Σ. Τούτο μόνον μας έμεινε, το πέταγμα
εκεί όπου κανείς δεν θα μπορεί να μας φτάνει
κι ύστερα η μεγάλη βουτιά
στις λέξεις
που τόσα μας χρωστάνε...

Σ.Κ. Με έννοιες άγνωστες...
για τις νόθες σπουδές που έχουνε μάθει...

Σ.Σ. Εκεί ακριβώς θα γίνει
η δική τους αποκαθήλωση
σε μέρες που εμείς
θα μαθαίνουμε τη ζωή...

Σ.Κ. Κι αυτή θα μας χαρίζει...
τον δικό της παράδεισο...
απλόχερα...
σαν τον άγνωστο ωκεανό...
που δεν έβρεξαν ποτέ τα ξερά τους χείλη...
δεν δρόσισαν το σκοτάδι της σκέψης τους...
δεν κολύμπησαν στα σπλάχνα...
που κυμάτιζαν ζεστές ανάσες...

Σ.Σ.Αυτή την αλήθεια
θα κρατήσουμε φυλαχτό...

Σ.Κ. Στα στήθη μας να μην ξυπνήσουν ποτέ...
απ' τους παλμούς της καρδιάς μας...
που θα καλπάζει ακούραστα...

Σ.Σ. Για κείνες τις μέρες που το φως
θα κυριαρχεί στις καρδιές μας...

Όλο φεύγω κι όλο γυρίζω

Όλο φεύγω κι όλο γυρίζω
στις αόρατες συναντήσεις
εκεί που η καρδιά
ανταμώνει την δική σου καρδιά
κρυμμένος πίσω από τον καθρέφτη
αντανακλάς τις αισθήσεις
σ' αξημέρωτα βράδια
σε αιθερικές συνεδρίες.

Μόνον εκεί μπορώ να σ' αγγίζω
να σου μιλώ
για τα διάφανα κρίνα
που άπλωσες χθες στο σεντόνι σου.

Χτυπημένοι από κατάρα βαριά
καρμικό χρέος
που θα πρέπει
με πόνο να ξοφλήσουμε
με αίμα πορφυρό
με ανάσες σφιχτές
στοιχειωμένοι θαρρείς
σε δωμάτια σκοτεινά.

Ακολουθώντας
μια λογική-παράλογη
μας κρατά κλειδωμένους
χωρίς να τολμάμε το πέταγμα.

Ωκεανοί Σιωπής

Πάει καιρός που έφυγες
κι από τότε ταξιδεύουμε
σ' ωκεανούς σιωπής
εσύ στο βορρά
μόνος να σκίζεις την νύχτα
κι εγώ στο νότο
να σκίζω της αγρύπνιας τ' όνειρο
ψιθυριστά
μη πάρει ο αγέρας το ψέμα
πως είμαστε μαζί
κύμα
που με την μορφή σου έμοιαζε
στη θάλασσα τ' ουρανού

Έσταζε το φιλί
στο σβησμένο φεγγάρι
χωρίς να μπορεί
να σε φέρει εδώ η βροχή
να με βρέξεις με δάκρυα αντάμωσης
να βραχώ,
ολόκληρη δάκρυ να γίνω
να κυλήσω στο σώμα σου
να πλύνω το πρόσωπο
τα μαλλιά
κι ύστερα να χτενίσω παλιές πληγές.

Γιατί ποτέ σου δεν έμαθες
πως είναι να κολυμπάς
σ' ωκεανούς σιωπής...

Διαλεκτική του Πόνου (Μαρία Βογιατζή - Σοφία Στρέζου)

"ο πόνος νίκησε πάλι" ( Γιώργος Ανδρέου)


Μ.Β. Πάντα ο πόνος μας νικά...

Σ.Σ. Να μπορούσαμε να τον αντέχουμε...

Μ.Β. Είμαστε ακόμα ζωντανοί...

Σ.Σ. Πάντα ζωντανοί να παλεύουμε
να νικήσουμε
κι όχι να μας νικήσει...
αν και κάποιες φορές λυγίζουμε,αντέχουμε...

Μ.Β. Από τις στάχτες μας
κάτι ζωντανεύει...

Σ.Σ. Σκορπάμε την στάχτη στον άνεμο
κι ανάβουμε καινούργια φωτιά
αυτή είναι η ζωή
κι εκεί μας πηγαίνει...

Μ.Β. Μας πηγαίνει...
προσπερνάμε...
ή χανόμαστε...

Σ.Σ. Αναχωρητές σε επικίνδυνες βουνοπλαγιές...

Μ.Β. Τα αδιάβατα φαράγγια μας περιμένουν
με ανοιχτή αγκαλιά
κι όταν τα προσπεράσουμε
φαντάζουν έντονα ακίνδυνα...

Σ.Σ. Εκεί μπορούμε να περπατήσουμε
κι αν χρειαστεί να κατοικήσουμε
δεν υπάρχει κίνδυνος,
το μυαλό ξεγελιέται
κι αφήνεται στις ωσμώσεις του...

Μ.Β. Με τα αρπαχτικά για πιστή συντροφιά
ν' ανοίξουν τα φτερά τους
και να μας πάνε στη φωλιά της σκέψης...

Σ.Σ.Εκεί θα βρεθούμε,
στο κέντρο της φωλιάς που ενεδρεύει η σκέψη
κι εκεί θ' ακούσουμε τον άνεμο
να νανουρίζει τον χρόνο...

Μ.Β. Κι ο χρόνος θα μας θυμίζει
τα καυτά δάκρυα
που χαράκωναν σαν ρυάκια το πρόσωπο
και τα σημάδια που μας δυναμώνουν
εκεί αψεγάδιαστα...

Σ.Σ. Ευλογημένα τα δάκρυα που έπεσαν
κι οι χαρακιές που ακόμα μένουν ανοιχτές
μας δείχνουν τον δρόμο του πόνου
στο άχρονο του χρόνου
εκεί ακριβώς δυναμώνει η ψυχή
εκεί αρχίζει ν' αμφισβητεί
το αψεγάδιαστο του φόβου
καταθέτοντας την ενέργεια
που για χρόνια φύλαγε...

Μ.Β. Η δύναμη της ψυχής και του πνεύματος
κι η σκέψη τροφή της...

Σ.Σ. Έχει δύναμη η ψυχή
και το πνεύμα αναγνωρίζει το μέτρο
που όλοι κρύβουμε μέσα μας...

Μ.Β. Το κρύβουμε...

Σ.Σ. Υπάρχει επίγνωση...

Μ.Β. Αντίτιμο;

Σ.Σ. Το αντίτιμο του εισιτηρίου για το παράδεισο
το ξόδεψα πριν χρόνια
ακόμα τσαλαβουτάω σε λασπωμένους δρόμους
να βρω την άκρη τ' ουρανού
να βρω εκείνες τις φωτοσκιάσεις της σκέψης
που θα μου δώσουν τη δύναμη
να συνεχίσω το ταξίδι
σε άβγαλτους δρόμους
σε ατραπούς οδύνης
σε καινούργια φεγγάρια...

Μ.Β. Κι όμως μια αχτίνα βλέπω δίπλα σου
μαγευτικήπου έχει την δύναμη νάναι κοντά σου
που έχεις την δύναμη
να την φωτίζεις...

Σ.Σ. Την αχτίδα που εισχωρεί
στην χαραμάδα του νου
εκείνη αναζητώ
φωτίζει
και μου δείχνει τον δρόμο
να μη φοβάμαι τα σκοτάδια μου
που πίσω με πηγαίνουν
τότε που έναν ήλιο κράταγα αγκαλιά
με θάμπωσε
κι ύστερα με τύφλωσε
και πια δεν βλέπω τα ίχνη
της μεγάλης διαδρομής...

Μ.Β. Ο δρόμος είναι δικός σου
γιατί τον κυριεύει
το μεγαλείο της ψυχής σου...

Σ.Σ. Ξεδιπλωμένες σκέψεις που ζητούν αποδέκτες
στην διαλεκτική του πόνου,
χωρίς πρόθεση...

Μ.Β. Φτωχές οι λέξεις
από την ψυχή μου
και τις αράδιασα
σε μια ψυχή
που ξέρει
να πονά
να φοβάται
να ζει
να μιλά
γιατί η γύρη του άνθους
που φέρει μέσα της
είναι ανεξάντλητη...

Αντίο (Άγγελου Πετρουλάκη- Σοφίας Στρέζου)

Άγγελος Πετρουλάκης

Ήξερα τη γεύση του «αντίο».
Ήξερα και το χρώμα του,
από χρόνια παλιά,
ιστορημένα σ’ αραχνιασμένους τοίχους,
αποτυπωμένα σε ραγισμένους καθρέφτες,
ερμητικά σφραγισμένα σε λάρνακες ερώτων
που βίαια πέθαναν...

Γι αυτό και γνώριζα καλά
τι θα κρατούσα από σένα...

Ακουμπούσα τα δάχτυλά μου στα χείλη σου
κι έλεγα πως θα ιστορηθούν σε μιαν άλλη ζωή,
ως πλέον ακριβοθώρητα.
Ακουμπούσα το μέτωπό μου στο στέρνο σου
κι έλεγα πως θα μείνει ως κόσμος ανεπανάληπτος
στη μεγαλοπρέπεια της λευκότητάς του.
Μάζευα ίχνη από βήματα,
χειρονομίες κι εκφράσεις,
σπασμένες λέξεις και βλέμματα....

Ξέροντας πως
δεν είμαι εγώ αυτός που θα μείνει,
αλλά εσύ
σε μια συμφωνία σιωπής
και σ’ ένα ποίημα...


Σοφία Στρέζου

Την γνώρισα την γεύση του "αντίο"
σ' όλες τις αποχρώσεις του
σε κείνα τα ξερά χείλη
που δεν μίλαγαν
ούτε ψίθυρο έβγαζαν
μόνον τον αναστεναγμό
που έλεγε
"μείνε, μείνε, μπορείς"

Ο δρόμος σε καλούσε
η περιπέτεια άρχιζε
για κείνο το μακρινό σου ταξίδι
εκείνο το χωρίς επιστροφή
χαμένος στις δικές σου αναζητήσεις
που ήταν πιο δυνατές
από την αγάπη μου.

Τώρα πια μόνον τα βήματά σου
μπορώ ν' ακολουθώ
να διαβάζω τα ίχνη σου
πάνω στις φωτοσκιάσεις του φεγγαριού
για να βλέπω
πως τουλάχιστον είσαι καλά
στις "σπασμένες" σου νύχτες
που ακροβατώ.

Ξέρω πως θα 'χεις κρατήσει
κάτι δικό μου
και μέσα σου θα ζει
και κάθε φορά που θα νοσταλγείς την αγάπη
θα με ξεδιπλώνεις
και θα μου μιλάς
θα μου γράφεις ποιήματα
και θα μου διαβάζεις
κάτω απ' το λιγοστό φως των αστεριών
όλα εκείνα
του ασύνορου κόσμου σου
σε συνωμοσίες σιωπής

Μη φοβάσαι, έτσι κι αλλιώς "Καταραμένοι"," Τραγικοί", "Ονειροπόλοι" είμαστε....

Εσπερινός Διάλογος (Αναστασία Τσόχα-Σοφία Στρέζου)


"Κι απ' τις φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα
μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα!"(Οδυσσέας Ελύτης)


Σ.Σ. Καλησπέρα,
φθάνουν μεσάνυχτα,
σε λίγο θ' αντριστραφούν οι ώρες
πάλι θα τρέξουν την μέρα να βρουν...

Α.Τ. Κι ανάβουν τα φώτα γιατί "φοβούνται"
το πιό βαθύ σκοτάδι
λίγο πριν την αυγή ...

Σ.Σ. Εκεί θα με βρεις
να βυθίζομαι
να χάνομαι
στο βαθύ του σκοταδιού
μη τάχα με δει η αυγή
και φοβηθεί
που δεν μπορεί ρωγμή να βρει
για να γεμίσει με φως
τα σκοτάδια μου...

Α.Τ. Είναι που φοβήθηκαν οι λέξεις τα χείλη
κρύφτηκαν στη πιό βαθιά ρωγμή
σ'ένα όνειρο που σαν ξυπνήσω
θέλω να είναι εκεί ...
στα χρώματα τα μενεξιά
ν'αντέξει
για να βρω αντοχές ...

Σ.Σ. Το όνειρο φοβάμαι
μη ξυπνήσω
και δεν το βρω εκεί που το άφησα
εκεί που κάθε βράδυ τ' αφήνω
μη με γελάσει η παρουσία
που ως χθες απουσία ήταν...

Α.Τ. "Απροσδόκητα μπήκες, στη σχισμή των ονείρων μου..."
χαμένη μάχη ...
απουσία...
παρουσία...
απουσία...
παρουσία...
απουσία...
απουσία...
απουσία...

Σ.Σ. Α-προσδόκητο
Α-προσδιόριστο
Α-νεξιχνίαστο
Α-ναπόσπαστο μέρος της ζωής μου
κι η παρουσία σου
κι η απουσία σου
στην ίδια Α-νακολουθία με βγάζουν
με οδηγούν Α-πρόβλεπτα
στα βήματα του δικού σου ονείρου...

Α.Τ. Εκεί που νυχτώνει...
κάπου εκεί ...
κρύβονται οι αόρατες λέξεις ...
εκεί που ανείπωτα και ειπωμένα
σε μια καληνύχτα που δεν ακούς
νανουρίζονται ...
εκεί που δεν σε βρίσκω
κι επιστρέφω ...

Σ.Σ. Μη δίνεις σημασία στις ορατές
τις αόρατες λέξεις διάβασε
εκείνες
που για σένα μιλούν
σ' ολα τα σχήματα
σ' όλα τα Α-σύνορα
στη μοναδική γεωγραφία που έμαθα
αυτή του μυαλού σου
εκείνη με κατέκτησε πρώτα
για να κατακτηθώ μετά
από το Α-σύνορο της ψυχής σου...

Α.Τ. Κι είναι οι λέξεις, τελικά,
γνώριμη γραφή σε γράμμα χιλιοδιαβασμένο...
ξεκλειδώνουν με τριγμούς συρτάρια μνήμης...
κι η σιωπή
ένα ρυάκι που βρήκε
το δρόμο του ανάμεσα στις λέξεις
δίχως να σβήνει το μελάνι, μόνο ταξιδεύει
της ψυχής ... τα όνειρα ...

Σ.Σ. Βίωσα τη σιωπή
σε ποταμούς λέξεων
με διανυκτερεύοντα μελανοδοχεία
με αφίξεις κι επιστροφές
στο πουθενά της δικής σου διάστασης
με φόβο, αγάπη, θυμό,
αγκάλιασα όλες τις στιγμές
που έφταναν στη δική σου θάλασσα
στο θαύμα που ανήκουν
όσοι με τόλμη μπορούν ν' αγαπούν..

Α.Τ. Στης νύχτας τους αντικατοπτρισμούς ...
εκεί σε θυμάμαι ...
εκεί σε φυλάω...
εκεί σε αγγίζω...
σε όλες τις αποχρώσεις των λέξεων σου
μια σταγόνα μελάνι
ζωγραφίζει κόκκινα μισοφέγγαρα ....
μια υποψία αλήθειας
κρυμμένη στη σιωπή ...
πριονισμένα περιγράμματα μνήμης
σημαδεύουν μια ρυτίδα βροχής
απ' το δικό σου σύννεφο ...
και μένω με λόγια μισά ...
χέρια μετέωρα ...
στα ανείπωτα ..

Σ.Σ. Καθρεφτίζονται οι λέξεις
στα φεγγαρένια περάσματα
αστερισμοί ψηλά στον ουρανό
που στη Γη κατέβηκαν
ξόδεψαν όλο το μελάνι
μέσα σε μια νύχτα μόνον
για το αδοκίμαστο
για κείνο που περιφέρεται χλωμό
ζητά να φωτιστεί
από την λάβα της μνήμης
από αστραπές και λάμψεις
από τον στεντόρειο ήχο του ανείπωτου
τόξα με χρυσό νήμα
που σημαδεύουν την καρδιά
πετώντας ρόδα αντί για βέλη...

Α.Τ. Αγάπη ...
ελευθερία ανέγγιχτη από λέξεις κι ενοχή ...
λογομαχεί με τη ζωή στο παραλίγο ....
αήττητη στα όρια ...
αντιστέκεται στου χρόνου τα χάσματα ...
καρτερεί τη στιγμή
που η νύχτα κουρασμένη
θα ξαποστάσει στη παλάμη μου ...
σ'ατέλειωτη γραμμή ονείρου τεντωμένη ...
λάβα να σκορπιστεί στο κόσμο
το πιό μικρό απ' την αγάπη μου
για σένα...

Σ.Σ. Σ' αγαπάω κι ήθελα να το ξέρεις..

Τραύμα

Το τραύμα του έρωτά σου
έκλεισα σ' όλες τις πτώσεις
ενικού-πληθυντικού
στην κάθετη Πτώση μου
ματώνοντας όλες τις αισθήσεις
κι εκείνη την μία
που είχε το άγγιγμα
στη φωνή σου
έσβηνε στα δακρυσμένα βλέμματα
στα μαλλιά που τα χάιδευε ο άνεμος
αερικό που χάνονταν
στα καλέσματα των αστεριών
όταν έπαιρνε να χαράζει
όργωνες φεγγάρια σβηστά
και έρημες στέπες
με καυτές ανάσες
στο παραμιλητό του πυρετού σου
δραπέτευες ξωτικό ανέσπερο
φυγοδικώντας κάτω από τα φώτα
που πλήγωναν την ψυχή σου.

Έμαθες να κρύβεσαι
σκιά πίσω από λέξεις
νομίζοντας πως ξέρεις
πως λειτουργούν τα ισοδύναμα
στις ατομικές αναζητήσεις
στα παράλογα που συντηρεί ο χρόνος
κι η προσωπική ανασφάλεια
το μίζερο της μοναξιάς
που υποθάλπει
την αναγκαιότητα μιας θέσης κενής
στο πλάγιασμα
που δεν πρόλαβες να δοκιμάσεις.

Έμεινε η πίκρα από την θλίψη
μιας φυγής ανυπότακτης
έκπτωτης
στα γρανάζια ενός ρολογιού
που σταμάτησε χρόνους να μετρά.

Βουλιάζω στο "Τώρα"

Βουλιάζω σ' εκείνο το "Τώρα"
που κρατά μια αιωνιότητα
όπως ο ήλιος βουλιάζει στη θάλασσα
παίρνοντας μαζί του
όλες τις αποχρώσεις του δειλινού
τραγουδώντας τη δύση του
στα σκοτάδια που έρχονται
σε φεγγάρια σβηστά
στα πετάγματα σπασμένων φτερών
σε ξεβαμμένα χρώματα.

Τώρα οι λογισμοί κρύφτηκαν
στην άκρη τ' ονείρου που χάθηκε
μαχαίρι καρφώθηκε στην καρδιά
αόρατα την πλήγωσε
κι οι μέρες, οι νύχτες μίκραιναν
και τα σημάδια δεν φαίνονται πια
με τα τηλεσκόπια της ψυχής,
χάλασαν

από τα δεσμά που λύθηκαν
από την μαγεία που χάθηκε
σ' ανείπωτη σιωπή...

Ανορθόγραφος ίσκιος


Όσες φορές ήρθες
ίσκιος στο τοίχο μου,
στο τζάμι, στην οροφή
αίμα που θυμόταν
χρώμα που ονειρεύονταν
φωτιά και βεγγαλικά
στα μάτια σου
θρόισμα στα δάχτυλα
που ακουμπούσαν στιγμές
εκείνα τα βράδια
που άδειαζαν μελανοδοχεία
έγραφαν τα φωνήεντα
και τα σύμφωνα της σιωπής
ταξιδεύοντας στην απέναντι όχθη
εκεί που τώρα βρίσκεσαι
αμέτοχος, αδιάφορος
ή μήπως θλιμμένος...

Με δανεικά συναισθήματα
να ψάχνεις στίγματα
σε άλλες γειτονιές
για να με βρεις.

Όμως οι ήχοι σκορπίστηκαν
παραβατικά
σε μια άδεια πόλη
με γνώση
έκαψαν το χιόνι της γραφής
στα άδεια τετράδια που διανυκτερεύουν
τις αντοχές μιας περιπέτειας
που τέλειωσε
όχι από μένα
αλλά από σένα
που άλλα έλεγες
κι άλλα τελικά έγραψες
ανορθόγραφος ίσκιος
υστερόγρο στο περιθώριο
ενός τετραδίου
που οι σελίδες του γέμισαν ...

Υπερβατική συμπεριφορά

Πάντα θ' αναζητούνται
εκείνοι οι ταξιδευτές του ονείρου
που περικλείει
μια ματαιότητα προδιαγεγραμμένη
που όμως γίνεται αυτοσκοπός
κι ανάγκη ύπαρξης
μη τύχει και χαθεί το όνειρο
για το τελευταίο σύνορο
ενός κόσμου
που μπορεί να δείχνει αλλιώς
κι αλλιώς πραγματικά είναι
στους εσωστρεφείς ονειροπόλους
που πάντα θα τολμούν την υπέρβαση...

Γλιστρώ (ήχος και εικόνα)