Έτσι γεννήθηκες


Έτσι γεννήθηκες με υλικά ανάγκης
μια νύχτα που τα κορμιά ξεδίψαγαν πάθη σκληρά
ονειροβατούσες από μικρός,
κι ας μεγάλωνες με ραγισματιές φωτός
που στην ψυχή έμπαιναν
κούρνιαζαν οι σπίθες, μικρές τότε
φυλακισμένες σε ρόδι ευχών.
Ήξερες να το φυλάς μη τύχει και σπάσει
μη τύχει και σκορπιστούν τ' ακριβά όνειρα
από τα καταφύγια της μοναξιάς.

Τόσα χρόνια πλάστηκες με ύλη ονείρου
φτεροκοπώντας στις αφύλακτες διαβάσεις
παραμερίζοντας τους βηματισμούς του θανάτου
που ακολουθούσαν τα δικά σου βήματα,
δυο βήματα ο θάνατος
και πίσω ένα άλμα εσύ
ξεγελώντας την επιθυμία
να σε φέρει κοντά του,
προσπερνούσες την απελπισία της μοίρας
τις μαντείες του πεπρωμένου
που άλλα όριζαν κι άλλα σχεδίαζαν,
μα εσύ αμετανόητα διψασμένος
γύρευες νέα βρύση κάθε φορά
για να ξεδιψάσεις
πόθους κι οργασμούς ανακάλυψης
συλλαβίζοντας λέξεις ποιητών και μέρη αδιάβατα
με τις επιθυμίες να σέρνει άλογο κάτασπρο
και καβάλα εσύ ν' αναχαιτίζεις την νύχτα
μη τύχει και στεγνώσει η δροσιά του πρωινού
που χάιδευε τις αισθήσεις
στην άβυσσο που σ' έπνιγε
αν κι ήδη στ' αστέρια πετούσες.