Πλεύσεις


Σε βρήκα σε βουνά ψηλά να ξενυχτάς
με το σεντόνι τ' ουρανού να σκεπάζει τα πόδια σου
σε θάλασσες άγνωστες να πλέεις
με ιστίο το δικό μου μαντήλι
να σε φυλάει από την καταιγίδα
να μιλάς με τα κύματα και τον άνεμο να φιλάς
ακούγοντας μουσικές που έρχονταν από βάθη ανεξερεύνητα
αθωώνοντας χαμούς που πένθησαν απουσίες
και την ηχώ αστρικών συναντήσεων
που χάϊδεύε αισθήσεις.

Μια ελάχιστη πλεύση στ' αστέρια
με βοριάδες που παρέσερναν σε γκρεμούς
κι ύστερα ήρθανε θλίψεις να ενταφιάσουν καλπασμούς
ως να έρθουν εκείνα που ανέστησαν προβολές
στης μοίρας τα ανέκκλητα καλέσματα
σε συναντήσεις που δεν μιλούσαν
σε μέρη άγνωστα μα τόσο γνωστά
ενθυμίσεις από άλλες ζωές
απλησίαστα σε μνήμες θνητές που μάδησαν
σε στοές
σε ροές χρόνου
σε λάμψεις που έμειναν στάλες δεσποτικές
σε αναπλάσεις που τώρα ανασκευάζονται
ημερεύοντας κλώνους ανάμνησης παλιάς
με ρίζες βαθιές
σε ραγισμένα πετρώματα
στους βωμούς
των Ηραίων κι Απολλώνιων ιερών
θυσιάζοντας φύλλα μυρτιάς και δάφνης
για ν' ακούσουν χρησμούς
που οδηγούν το σώμα, το χέρι
στην ακρογωνιαία στάση εκείνης της ελιάς
που φύλαξε στα φύλλα
όλα τα λόγια
όλα τα δάκρυα που ταξίδεψαν
στην αρχαία γη
από τότε,
θυμάσαι;
ίσα με σήμερα το πένθος
ανύπαρκτου παράδεισου στην ράχη της θάλασσας.

Τα φεγγάρια δεσμεύτηκαν να μικραίνουν σκιές
να φέρνουν περισσότερο φως στις καμάρες
στις αδοκίμαστες πλεύσεις
στων κατακλυσμών τα γυρίσματα
να προστατεύουν την κιβωτό των δακρύων
κλείνοντας σε ασκούς νέφη Αιόλεια
σ' όλους τους πορθμούς συμπαντικών ταξιδιών
για τα πλεούμενα της αγάπης.