
τη στιγμή που συναντήθηκαν
όταν το κύμα έφτανε
έβρεχε τα άκρα
ήταν εκεί
ή μήπως το όνειρο
αρματώθηκε το σύννεφο
στο παραμύθι του
για την άνυδρη Γή
που πρόλαβε και ποτίστηκε
με τα δάκρυα
της δικής τους ψυχής
μυρωδιά από χώμα νοτισμένο
που ξεχάστηκε
επέλεξαν δρόμους σιωπής
αν και θύμησες Ερινύες
ακόμα τους καταδιώκουν
τότε που τα λάθη τους αγαπούσαν
κι ανοχές κι αντοχές
τριγύρναγαν να μερέψουν τον χρόνο
κάθε φορά που μίλαγαν
με την δροσιά των λουλουδιών
έβλεπαν ίχνη πάνω στην άμμο
αποσυντονίσθηκαν σε ουδέτερη ζώνη
χωρίς προοπτική
χωρίς δεκανίκια
με ύπουλες αυταπάτες
κυοφορούσαν αισθήσεις
στην άκρη ενός χαλαζία
που κράτησαν ψηλά στα χέρια
θέλοντας να φυλακίσουν...τον χρόνο.