
Πόλη που θυμάται τα παιδιά της
Με πληγές και πηγμένο αίμα στο μάρμαρο
Και τα παιδιά της
Σαν τυφλοί ψάχνοντας
Πίσω από άδειους τοίχους.
Εφτά λόφοι επισκοπούν την πόλη
Σαν κεφαλές Αθηνάς
Εφτά λόφοι
Από κυπαρίσσι, μάρμαρο κι ερπύστριες τανκς
Συνοφρυωμένοι από την φθορά των μύθων
Τ' αγάλματα που κείτονται
Πεθαμένα.
Παλιά ιστορία
Που επαναλαμβάνουν τα μαύρα πουλιά
Κάθε βράδυ
Ιστορία που ξέφτισε
Στα κελιά βασανιστηρίων
Και η πόλη που ξέχασε τους θεούς της
Και τρέφεται
Από τις σάρκες των παιδιών της.
Ο Οκτώβριος γύρισε με κύματα λεπτής βροχής
Που κατατρώγουν τη λευκή καρδιά του Παρθενώνα.
"Μην πάρεις τηλέφωνο, με παρακολουθούν
Αλλά νομίζω με υποψιάζονται μόνο", είπε
Φως υγρό στο δρόμο
Η σκιά στη σκοτεινή άσφαλτο.
Σ' ένα τραπέζι μετά από χρόνια
ο φοίνικας, σφαίρες των 45
Φυλλάδια προπαγάνδας
Αντίκες
Που κόστισαν μια περιουσία και δεν αξίζουν τίποτα.
Οι συνταγματάρχες
Τα σχέδιά του
Η πόλη και τα φαντάσματα
Που πλανιούνται .
Πυκνή νύχτα που αποκοιμήθηκα
Ο εφιάλτης
Και τα όνειρα σφαγιασμένα
Στο ναό με τα κλαδιά της ελιάς
Και οι φλέβες κομμένες
Στο πηγμένο αίμα οι σκέψεις μας
Και μια νύχτα
" Έπιασαν την Ελένη.
Έσπασαν τα πάντα. Σβήσε το φως
Τα σκαλιά στο πλυσταριό
Μέρα και νύχτα
που δεν υπάρχουν.
Στα μάτια μου το πρόσωπο
Το πρόσωπό της ποτέ δεν θα είναι το ίδιο
Αιωρούμαι στις ατέλειωτες νύχτες Ηράκλειτου
Ταυτότητες
Που ο χρόνος και οι περιστάσεις
Διαμορφώνουν
Κι ύστερα όλα τέλειωσαν."
Κοίταξε γύρω του
Πολύ αργά για ν' αλλάξει την ιστορία.
Νοέμβρης από μαύρα πουλιά
Κι αργότερα οι κρύες νύχτες
Στην πλημμύρα.
"Προσμένω την ασφάλεια
Αυτοκίνητα
Ξεροί ήχοι σαν πυροβολισμοί"
Μάτια σκοτεινά
Σαν το απόγευμα
Που έσυρε πολλά σύντομα πρόσωπα στο δειλινό
Επίλογος σύντομος
Σαν τις μέρες του.
Η σφαίρα διαπέρασε τον πνεύμονα
Δάγκωσε την άσφαλτο του Πολυτεχνείου
Άπλωσε το χέρι
Χρόνος σταματημένος.
Το βρώμικο κελί
Κόκκινη γραμμή που ξεκίνησε απ' το στόμα του
Τα όρια της νύχτας
Ανιχνεύοντας
Και πάγωσε στην άδεια σιγή.
Υ.Γ. Ευχαριστώ τον Γιάννη που μου το έστειλε με την εκτίμησή του.